Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Συχνές ερωτήσεις γονέων και μαθητών σχετικά με την Αγγλική γλώσσα

Της Χριστίνας Μαρκουλάκη*


Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε την απάντηση σε μια πολύ συχνή ερώτηση διαφόρων γονέων σχετικά με την Αγγλική Γλώσσα και το παιδί τους. Θα υπάρξουν απαντήσεις και σε πολλά άλλα ερωτήματα που βασανίζουν όχι μόνο γονείς, αλλά και μαθητές.


Αν εσείς έχετε κάποια συγκεκριμένη ερώτηση για τη σχέση του παιδιού σας με τα Αγγλικά ή ακόμη και για το πώς εσείς οι ίδιοι βιώνετε τη διαδικασία αυτή, μπορείτε να μου τη στείλετε σε email (xmarkoulaki@ hotmail.com) ή να τη καταθέσετε στην ιστοσελίδα markakischool.blogs pot.com. Η απάντηση θα είναι άμεση.


ΕΡΩΤΗΣΗ ΑΠΟ ΓΟΝΕΙΣ:


Πώς μπορώ να βοηθάω το παιδί μου στο σπίτι στο διάβασμα των Αγγλικών;


Είναι κατανοητό ότι η βοήθεια στο διάβασμα του παιδιού στο σπίτι δεν είναι εύκολη υπόθεση. Χρειάζεται συγκεκριμένο σύστημα, το οποίο θα είναι ανάλογο με αυτό που ακολουθείται στο φροντιστήριο, έτσι ώστε το παιδί να συνηθίζει σε μια αποτελεσματική μέθοδο μελέτης και εξέτασης. Βέβαια, η βοήθεια που θα προσφέρεται στον μαθητή θα είναι ανάλογη του επιπέδου του στην Αγγλική Γλώσσα.


• Στο Aʼ Junior ειδικότερα, οι λέξεις αρχικά εξετάζονται στην ορθογραφία ως εξής: Οι μαθητές ακούν την λέξη στα Αγγλικά και τη γράφουν στο τετράδιό τους. Στην εξέταση αποφεύγεται, δηλαδή, στην αρχή η χρήση της αντίστοιχης ελληνικής λέξης για διευκόλυνση των μαθητών τόσο μικρής ηλικίας. Αρχικά, λοιπόν, αυτή είναι μια καλή μέθοδος για να ακολουθείται και στο σπίτι. Σταδιακά, η εξέταση των λέξεων στη τάξη, όπως και στο σπίτι, μπορεί να γίνεται με τη χρήση εικόνων και, τέλος, με χρήση της Ελληνικής Γλώσσας. Οι γονείς, βέβαια, δεν είναι ανάγκη να προμηθευτούν κάρτες με εικόνες για την εξέταση των λέξεων, αφού αρκεί να δείχνουν τις άφθονες εικόνες του βιβλίου για να παρέχει το παιδί την Αγγλική αντίστοιχη λέξη.


• Επομένως, στις Junior τάξεις, η εξέταση λεξιλογίου στο σπίτι μπορεί να γίνεται με πιο δημιουργικούς τρόπους, που ενθαρρύνουν την κατανόηση και όχι τη ʽξύλινηʼ αποστήθιση. Η παντομίμα και οι εικόνες, όπως και τα τραγούδια, οι ιστορίες και οι ηλεκτρονικές ασκήσεις που παρέχονται στους μαθητές μαζί με τα βιβλία τους αποτελούν αποτελεσματικούς τρόπους εκμάθησης λεξιλογίου όχι μόνο στη τάξη, αλλά και στο σπίτι. Τα ίδια ισχύουν και για την εκμάθηση της γραμματικής, αν και σε αυτό το στάδιο δε δίνεται τόσο έμφαση στο γραμματικό και συντακτικό ρόλο των λέξεων όσο στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου και της έκφρασης των μαθητών.


• Φτάνοντας πλέον στις Senior τάξεις (Aʼ Τάξη και άνω), ο μαθητής θα αρχίσει να διαβάζει συστηματικότερα τη γραμματική, ενώ οι νέες λέξεις που θα αυξάνονται θα χρειάζονται οργανωμένο τρόπο μελέτης. Ένας μαθητής μπορεί να εφαρμόσει ορισμένα βήματα στο προσωπικό του διάβασμα και ο γονέας μπορεί να υιοθετήσει κάποιες από αυτές τις μεθόδους για τον έλεγχο του διαβάσματος αυτού. Το σύστημα που μπορεί να ακολουθηθεί τόσο για τη γραμματική όσο και για το λεξιλόγιο θα αποτελέσει θέμα επόμενων άρθρων σύντομα.


• Σημαντικό είναι, επίσης, να ωθεί ο γονέας τον μαθητή να διαβάζει (σιωπηρά και δυνατά) κάθε νέο κείμενο που συζητήθηκε στο μάθημα και να εξασκείται στη μετάφραση του κειμένου στην Ελληνική Γλώσσα. Η ιδιωτικότητα και ησυχία στο προσωπικό περιβάλλον κάθε μαθητή προσφέρει πολλές ευκαιρίες για εξάσκηση στην ανάγνωση και τη προφορά.


• Σε γενικές γραμμές, οι γονείς είναι σημαντικότατες μορφές στη ζωή ενός παιδιού, άρα η νουθεσία και η παρακολούθηση του διαβάσματος στο σπίτι αναμφίβολα θα είναι πολύτιμα στηρίγματα για κάθε μαθητή. Όμως, οι γονείς θα πρέπει να προσέξουν ώστε να μη πέσουν στη ʽπαγίδαʼ της υπερβολικής καθοδήγησης του μαθητή καθώς διαβάζουν μαζί, η οποία πιθανόν να έχει ως αποτέλεσμα την αφαίρεση της κριτικής σκέψης του μαθητή, τη μείωση της γλωσσικής του έκφρασης ή ακόμα και την απροθυμία του τελευταίου για επίμονη προσωπική μελέτη. Η γονεïκή βοήθεια θα πρέπει να είναι τόση ώστε να μην ʽελέγχειʼ τη σκέψη και τη προσωπική έκφραση του μαθητή, αλλά, αντίθετα, να την ενθαρρύνει και να την καλλιεργεί. Οι εργασίες, λοιπόν, ας γίνονται μέσα από συνεργασία και συζήτηση του θέματος, χωρίς η εργασία να γράφεται μόνο από τον γονέα ή να εκφράζει μόνο τις απόψεις του τελευταίου.


• Για τη μεγιστοποίηση της προθυμίας και του διαβάσματος του μαθητή, ιδανική θα ήταν μια συζήτηση με τους γονείς του σχετικά με τους λόγους που μαθαίνει Αγγλικά. Άλλωστε, όλοι έχουμε ανάγκη να γνωρίζουμε τον λόγο που κάνουμε ο,τιδήποτε, διαφορετικά νιώθουμε πιεσμένοι να κάνουμε κάτι που δεν επιλέξαμε οι ίδιοι. Το θέμα αυτό έχει ήδη αναλυθεί σε άρθρο του φύλλου της Πέμπτης 11 Οκτωβρίου.


• Όταν πια έρχεται το στάδιο των υψηλών διπλωμάτων (επίπεδα Β2 και C2), με τη προϋπόθεση ότι έχουν ακολουθηθεί τα περισσότερα από τα παραπάνω, οι ωριμότεροι πλέον μαθητές έχουν ήδη μυηθεί σε ένα αποτελεσματικό σύστημα διαβάσματος, πράγμα το οποίο τους δίνει τη δυνατότητα να μελετούν μόνοι τους, χωρίς ιδιαίτερο εξωτερικό έλεγχο. Άλλωστε, ακόμα και στη μελέτη εκφράζεται η αυτονόμηση που συντελείται κατά τη διάρκεια της εφηβείας.


• Αν, όμως, ένα ποσοστό ελέγχου από την οικογένεια εξακολουθεί να είναι απαραίτητο, τότε αυτό μπορεί να συμβαίνει πάλι με τρόπους που ενθαρρύνουν τη σκέψη, χωρίς να κουράζουν ή να πιέζουν το ψυχισμό του μαθητή. Ένας τέτοιος τρόπος θα ήταν η συζήτηση του θέματος μιας έκθεσης (στα Ελληνικά ή και στα Αγγλικά αν έχει αυτή τη δυνατότητα ο γονέας) πριν γραφεί η έκθεση αυτή ή η συνεργατική ανάγνωση και μετάφραση κειμένων από ξενόγλωσσες εφημερίδες και περιοδικά με παράλληλη χρήση λεξικού, κτλ.


Βέβαια, είναι γνωστό ότι όλοι οι γονείς είναι εξαιρετικά πολυάσχολοι στις μέρες μας και ο ελεύθερος χρόνος τους είναι λιγοστός. Επίσης, εύλογο είναι ορισμένοι να μη γνωρίζουν άριστα Αγγλικά. Επομένως, όλες οι παραπάνω προτάσεις μπορούν να προσαρμοστούν ποσοτικά ανάλογα με το χρόνο που μπορεί να διαθέσει ο κάθε γονέας, αλλά ας μη μειωθεί ποιοτικά η προσφερόμενη από αυτούς βοήθεια. Ακόμα και στη περίπτωση ελλειπής γνώσης της Αγγλικής, κάποιες μέθοδοι, όπως η χρήση εικόνων, οι συζητήσεις (ακόμα και στα Ελληνικά), τα ηλεκτρονικά παιχνίδια ή η απλή συντροφιά και διακριτική επιτήρηση κατά το διάβασμα συμπληρώνουν τη δουλειά που γίνεται στο σχολείο και συντελούν στη δημιουργία θετικών προϋποθέσεων για αυξημένες επιδόσεις μέσα στη τάξη.


* Η Χριστίνα Μαρκουλάκη είναι καθηγήτρια αγγλικών
To παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ.
http://www.patris.gr/articles/120084/

Η ξένη γλώσσα σε πρώιμη παιδική ηλικία

Το ερώτημα με τη μεγαλύτερη συχνότητα είναι«Ποια είναι η πιο κατάλληλη ηλικία για να αρχίσει να μαθαίνει το παιδί ξένες γλώσσες;» Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον ερώτημα για το οποίο σήμερα πλέον μπορεί να δοθεί έγκυρη απάντηση, αφού τα πορίσματα σημαντικού αριθμού ερευνών που έχουν διεξαχθεί εντός και εκτός Ευρώπης υπογραμμίζουν ότι τα παιδιά που μαθαίνουν μια δεύτερη γλώσσα πολύ νωρίς έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνουν πολύγλωσσα αργότερα, ενώ παρουσιάζουν δείγματα μεγαλύτερης γνωσιακής και κοινωνικής ανάπτυξης έναντι των παιδιών που δεν γνωρίζουν άλλη γλώσσα εκτός από τη μητρική τους.



Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα πορίσματα έρευνας του Εργαστηρίου Γλωσσικής Εκμάθησης του Πανεπιστημίου Cornell στις ΗΠΑ, «τα παιδιά τα οποία μαθαίνουν μία επιπλέον γλώσσα μπορούν να συγκεντρώνονται καλύτερα, σε σύγκριση με τα μονόγλωσσα παιδιά, ακόμη και όταν υπάρχουν αντιπερισπασμοί γύρω τους». Η διαπίστωση αυτή έχει μεγάλη σημασία αφού η δυνατότητα συγκέντρωσης «σχετίζεται άμεσα με τις επιλεκτικές και ενσυνείδητες γνωσιακές διαδικασίες που απαιτεί η μάθηση». Αυτό και άλλα στοιχεία της έρευνας οδηγούν τους επιστήμονες του Cornell να υποστηρίζουν πως «τα γνωσιακά πλεονεκτήματα που απορρέουν από την πρώιμη εκμάθηση και δεύτερης γλώσσας [...] συνεισφέρουν στη μεταγενέστερη επιτυχία των νέων στο σχολικό και το ακαδημαϊκό περιβάλλον.»

Υπάρχουν φυσικά και πολλές άλλες μελέτες που καταδεικνύουν πως τα παιδιά που μιλούνδύο ή και τρεις γλώσσες φαίνεται να παρουσιάζουν μεγαλύτερα επίπεδα αυτοεκτίμησης,σεβασμού για τους άλλους και έχουν υψηλότερο βαθμό διαπολιτισμικής επίγνωσης. Αυτά ταπορίσματα οδηγούν και την Καίτη Ζουγανέλη, Ελληνίδα εκπαιδευτικό αγγλικής με Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στον ειδικό χώρο της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης σε πολύ νεαρή ηλικία, να υποστηρίζει «όσο νωρίτερα αρχίζει το παιδί να μαθαίνει μια δεύτερηγλώσσα τόσο καλύτερα». Το μεταπτυχιακό πρόγραμμα που παρακολούθησε η κα Ζουγανέλη είναι ένα από τα πολλά αντίστοιχα μεταπτυχιακά προγράμματα που προσφέρονται σε πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου και αλλού, όπου γίνεται εντατική έρευνα για τιςμεθόδους και τεχνικές με τις οποίες παιδιά μπορούν να μάθουν με τον καλύτερο δυνατόντρόπο. Ως προς τις διεπιστημονικές έρευνες που γίνονται σε ΑΕΙ και ερευνητικά ιδρύματα εντός και εκτός Ευρώπης, συγκλίνουν στο ότι οι μαθητές μικρής ηλικίας μαθαίνουν καλύτερα μια ξένη γλώσσα επειδή, μεταξύ άλλων, ο εγκέφαλος, πριν την εφηβεία, έχει την ικανότητα να αξιοποιεί το μηχανισμό ενίσχυσης της μάθησης της μητρικής γλώσσας διευκολύνονταςτην ανάπτυξη γλωσσικών δεξιοτήτων και την αφύπνιση της επίγνωσης της λειτουργίας της γλώσσας για νοηματοδότηση.

Το ζήτημα, αν πρέπει ή όχι το παιδί να αρχίζει να μαθαίνει μια δεύτερη γλώσσα στην πρώιμηπαιδική ηλικία, είναι ιδιαίτερα επίκαιρο στη χώρα μας επειδή το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε ότι εισάγεται από τη φετινή σχολική χρονιά η διδασκαλία της αγγλικής στηνπρώτη και δευτέρα δημοτικού. Η απόφαση του Υπουργείου δεν ήταν αυθαίρετη. Καταρχάς, η επιλογή της Αγγλικής βασίστηκε στην κοινή πεποίθηση ότι η αγγλική πρόκειται για την κατεξοχήν διεθνή γλώσσα, ενώ η επιλογή να ξεκινά η εκμάθηση της ξένης γλώσσας τόσο νωρίς στη σχολική εκπαίδευση στηρίχτηκε σε γνωμοδότηση από ειδικούς επιστήμονες οι οποίοι, βάσει της σύγχρονης βιβλιογραφίας (Bondlin & Candelier 1998, Cameron 2001,2003, Driscoll & Frost 1999, Nikolov & Curtain 2000, 2007, Pinter 2010, Rixon 2000, Sharpe2001), υποστηρίζουν πως τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από την πρώιμη εκμάθηση δεύτερης γλώσσας είναι πολλά. Μεταξύ αυτών:

•Ευνοείται ιδιαίτερα η ανάπτυξη της ικανότητας κατανόησης και κυρίως παραγωγήςπροφορικού λόγου, επειδή τα παιδιά έχουν μια τάση να «παίζουν» με τη γλώσσα και τουςήχους της, η οποία τάση περιορίζεται με την πάροδο του χρόνου. Και αυτό επειδή καθώςαναπτύσσονται οι νοητικές διεργασίες και μεταβάλλεται ο ψυχοσυναισθηματικός κόσμοςτων παιδιών, οι μεγαλύτεροι μαθητές διστάζουν ή ντρέπονται να υιοθετήσουνχαρακτηριστικά στοιχεία του προφορικού λόγου μιας ξένης γλώσσας.
•Σε μικρές ηλικίες τα παιδιά έχουν περισσότερα κίνητρα για μάθηση αφού τους είναιαπολύτως φυσικό να ανταποκρίνονται με ενθουσιασμό στις νέες εμπειρίες και σετεχνικές επανάληψης, μίμησης, κλπ. που εξυπηρετούν την εκμάθηση.
•Οι δραστηριότητες που αξιοποιούν φανταστικές ιστορίες, παραμύθια, τραγούδια,παιχνίδια, κτλ. παροτρύνουν τα παιδιά να αντιληφθούν τη γλώσσα ως «όλον», ένασύνολο από λέξεις και φράσεις που παράγουν νόημα, και διευκολύνουν την προσέγγισηδιαθεματικών εννοιών τις οποίες αργότερα, στις μεγαλύτερες τάξεις του δημοτικού, ταπαιδιά πρέπει να αναλύσουν και να επεξεργασθούν. Καθώς το παιδί ανακαλύπτει έναν άλλον γλωσσικό κώδικα, πέραν της μητρικής τουγλώσσας, αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αναπτύσσει θετική στάση απέναντι σε άλλες γλώσσες και πολιτισμούς.
•Η εκμάθηση της άλλης γλώσσας βοηθά το παιδί να συνειδητοποιήσει πώς λειτουργεί ημητρική του γλώσσα επειδή μοιραία τη συγκρίνει με την ξένη.
•Η μεταφορά στρατηγικών από τη μητρική στην ξένη γλώσσα ενισχύει τις νοητικές διεργασίες και προωθεί τη γλωσσική ανάπτυξη γενικότερα.
•Η εκμάθηση μιας γλώσσας, πέραν της μητρικής, είναι πηγή πνευματικής απόλαυσης και συμβάλλει στην διεύρυνση του γνωστικού ορίζοντα του παιδιού. Τα γλωσσομαθή άτομα αντιλαμβάνονται καλύτερα όχι μόνο τον ξένο αλλά και το δικό τους πολιτισμό, γιατί μπαίνουν σε διαδικασίες σύγκρισης και ανάλυσης των φαινομένων και των συμπεριφορών.

Οι πιο πάνω θέσεις αναφέρονται και σε μια μεγάλη μελέτη που έγινε με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Edelenbos, Johnstone & Kubanek 2006), η οποία περιλαμβάνει σημαντικές ερευνητικές εργασίες που καταδεικνύουν ότι εκμάθηση μιας δεύτερης ή τρίτηςγλώσσας σε πολύ νεαρή ηλικία οδηγεί σε θετικά αποτελέσματα.

Τα πορίσματα των ερευνών όμως δεν είναι γνωστά στο ευρύ κοινό, με αποτέλεσμα να υπάρχει σχετική δυσπιστία από ορισμένους γονείς για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να αρχίσουν να μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα στο σχολείο από τόσο νωρίς, ενώ ανησυχία εκφράζεται και από ένα ποσοστό δασκάλων.
---------------------------------------------------------------------------
Αυτό το άρθρο το βρίσκετε στο http://www.sigma.edu.gr/?p=849